οξύμωρος, -η, ο [μτγν.] αυτός που εμπεριέχει λογική αντίφαση· (γενικότ.) παράλογος· ΦΡ. ΡΗΤΟΡ. οξύμωρο σχήμα (το) σχήμα λόγου, στο οποίο συνάπτονται έννοιες αντιφατικές μεταξύ τους, που εκφράζουν ωστόσο στο βάθος ένα λογικό νόημα, π.χ. σπεύδε βραδέως [Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας]
αμβλύσοφος, -η, ο [νεολογισμός] αυτός που δεν επιδέχεται αντίρρηση λόγω του τετριμμένου της σκέψης του· ΦΡ. ΡΗΤΟΡ. αμβλύσοφο σχήμα (το) σχήμα λόγου, στο οποίο συνάπτονται έννοιες με λογική συνοχή μεταξύ τους, αλλά δεν επιδέχονται αντίρρηση, π.χ. τα δάση δεν πρέπει να καίγονται, δεν πρέπει να χτιστούν οι καμένες εκτάσεις, πρέπει να σώσουμε το περιβάλλον.